Πέμπτη, 17 Ιουνίου 2010 στις 12:03 π.μ. Αναρτήθηκε από Spyridontas 0 Comments

Όταν εμφανίστηκαν οι Bέσπες* της σειράς ΕΤ το 1996 ήμουν από αυτούς που τις περιφρόνησαν γιατί μπορούσαν να έχουν τετράχρονο κινητήρα και δεν είχαν ταχύτητες στο χέρι. Έχοντας μεγαλώσει σε εποχές που με την “μικρή” μας βέσπα των 50 κυβικών μια τριμελής οικογένεια μπορούσε να πάει για μπάνιο στις παραλίες της Αττικής θεωρούσα πως μπορώ να έχω άποψη. Λαμβάνοντας υπόψη ότι έμαθα να οδηγώ δίκυκλο με μια ίδια 15 χρόνια αργότερα θεωρούσα ότι η άποψη μου είχε βαρύτητα. Το γεγονός πως κυκλοφορούσα με μια 50 Special του 1978 με έκανε -πίστευα- αυτόματα θεματοφύλακα της παράδοσης των vespisti.
To 2004 μια ζεστή καλοκαιρινή νύχτα βγήκα για να αγοράσω μπύρες, πατατάκια, παγωτά και ότι άλλο θα χρειαζόμουν σαν δικαιολογία για να δανειστώ μια αστραφτερή κόκκινη GTS250 και να την οδηγήσω μέχρι την πλατεία. Ήταν ΑΠΙΘΑΝΗ! Στιβαρή, σπιρτόζα και κυρίως, κούκλα!
Πέρισυ την άνοιξη λοιπόν μια GTV250 έγινε το οικογενειακό όχημα αστικής περιήγησης (σε εποχές που η Αθήνα έχει “ξεχειλώσει” μέχρι τις παραλίες και οι Βέσπες είναι μόνο για δυο). Ως θεματοφύλακας της παράδοσης των vespisti (είναι γνωστό ως πρώτα φεύγει ο άνθρωπος και μετά το χούι) έκρινα πως το είδος εξελίσσεται για να μην εξαφανιστεί μαζί με τα εξήντα συν χρόνια ιστορίας του, και πως σε τελική ανάλυση μια βέσπα έχει πάντα ολομεταλλικό αυτοφερόμενο σκελετό και ποδιά που σε προστατεύει από τα στοιχεία της φύσης. Δεν θα τα χαλάσουμε επειδή το μονομπρατσο μετακόμισε από τα δεξιά στα αριστερά και η εξάτμιση το αντίστροφο.
Η ιστορία όμως δεν κάνει εκπτώσεις και φυσικά επαναλαμβάνεται. Και όταν ο θεματοφύλακας το ξεχάσει αυτό κάποιος πρέπει να του το θυμίσει.
Ένα άλλο -μακρινό- καλοκαιρινό βράδυ, η κόκκινη 50 Special του 1978 αρνήθηκε να δεχθεί στη σέλα της την συνεπιβάτιδα μου, μετά από ένα νυχτερινό μπάνιο. Μόλις ανέβαινε έσβηνε. Εκείνη την ώρα – μούσκεμα στη μέση του πουθενά φορώντας τα καλά μου- δεν μπορούσα να καταλάβω αν ήταν ζήτημα χαρακτήρος ή σύμπτωμα διάλυσης. Καθώς σκεφτόμουν το ζήτημα, μόνος, στα σαράντα απροβλημάτιστα χιλιόμετρα της επιστροφής εκλινα προς την πρώτη εκδοχή. Μετά από άλλα σαράντα την επόμενη μέρα για να βρω πρόθυμο μάστορα να ασχοληθεί με ηλεκτρικό πρόβλημα σε Βέσπα ήμουν πια βέβαιος.
Τελικά (γιατί εκείνος ο μάστορας είναι μια άλλη απίθανη ιστορία, να'ναι καλά) το μπουζοκαλώδιο είχε ένα σκίσιμο στη μόνωση του και όταν ανέβαινε συνεπιβάτης ακουμπούσε στον κινητήρα και έκανε βραχυκύκλωμα. Ο μάστορας το είχε δει το έργο πολλές φορές. Το είδος επέζησε εξήντα συν χρόνια γιατί εξελίχθηκε. Ή μήπως όχι;
Το περασμένο Σάββατο, ένα ζεστό καλοκαιρινό βράδυ η «Κοντέσα» μας άφησε καίγοντας μια ασφάλεια της. Αρκετά αργότερα το ίδιο βράδυ φορώντας τα καλά μας και μούσκεμα καθώς ήμασταν και οι δυο σπρώχνοντας για το συνεργείο σκεφτόμουνα τα περι deja vu και της σχέσης του με την παράδοση.
Παράδοση που επιβεβαιώθηκε δυο μέρες μετά όταν εντοπίστηκε το σχίσιμο στη μόνωση της καλωδίωσης, που προκλήθηκε από το λαμάκι που την συγκρατούσε και την κίνηση της πίσω ανάρτησης.
Ο θεματοφύλακας ήταν πια βέβαιος για την αυθεντικότητα του είδους.


*= η βέσπα, της βέσπας, τη βέσπα, ω βέσπα - ασφαλώς και κλινεται.

0 Responses so far.

Δημοσίευση σχολίου

    Followers